Ο άνθρωπος του τελευταίου λόγου...
Καλημέρα! Θα το έχετε παρατηρήσει νομίζω στις παρέες και στα πηγαδάκια, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θέλουν πάντα να έχουν τον τελευταίο λόγο! Δε χρειάζεται να έχουν κάτι να πουν, απλώς είναι υπαρξιακή τους ανάγκη να μιλήσουν τελευταίοι...
Η πρόσφατη δήλωση-δευτερολογία του κ. Λυκούδη δεν προσθέτει απολύτως τίποτα νέο στον δημόσιο διάλογο. Αντίθετα, επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά μια γνώριμη τακτική: επανάληψη των ίδιων κατηγοριών, χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς επικαιροποίηση, χωρίς ουσία.
Ξανά και ξανά, ο ίδιος λόγος. Οι ίδιες αιτιάσεις, οι οποίες έχουν ήδη απαντηθεί επανειλημμένα. Κι όμως, ο κ. Λυκούδης επιμένει να τις αναμασά, σαν να ελπίζει ότι μέσω της επανάληψης θα αποκτήσουν κάποια βαρύτητα ή –έστω– θα πείσει τον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται για μια στάση που περισσότερο αποκαλύπτει πολιτική αμηχανία, παρά συγκροτημένη αντιπολιτευτική πρόταση.
Διότι όταν εξαντλείται κανείς σε καταγγελίες χωρίς αντίκρισμα, το πρόβλημα δεν είναι του αποδέκτη, αλλά του πομπού. Και εδώ το πηλίκο είναι σαφώς μηδενικό: καμία νέα ιδέα, καμία πρόταση, καμία ουσιαστική συμβολή.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η προσπάθεια διαστρέβλωσης βασικών εννοιών και πραγματικοτήτων. Η ειρωνική αναφορά του ότι «αλλά αυτό φαντάζομαι ότι είναι δικό του πρόβλημα» σχετικά με το επιχείρημα του πολέμου αγγίζει τα όρια του παραλόγου. Σε μια περίοδο διεθνών κρίσεων και ενεργειακών αναταράξεων που επηρεάζουν κάθε δήμο και κάθε νοικοκυριό, η αντιμετώπιση τέτοιων παραγόντων ως… «δικαιολογίες» δείχνει είτε άγνοια είτε συνειδητή παραπλάνηση.
Και το ερώτημα προκύπτει αβίαστα: τι ακριβώς προτείνει ο ίδιος; Πώς θα αντιμετώπιζε τις επιπτώσεις αυτών των κρίσεων; Ποια είναι η εναλλακτική του; Γιατί μέχρι στιγμής, το μόνο που καταγράφεται είναι ένας διαρκής μονόλογος καταγγελίας, χωρίς καμία δημιουργική διέξοδο.
Η πραγματικότητα δεν αλλάζει με συνθήματα ούτε με επαναλήψεις. Οι πολίτες αντιλαμβάνονται ποιος παράγει έργο και ποιος αναλώνεται σε θόρυβο. Και τελικά, αυτό που μένει από τέτοιες δηλώσεις δεν είναι η κριτική, αλλά η εμφανής πολιτική ένδεια που τις συνοδεύει.
Σε έναν δημόσιο διάλογο που απαιτεί σοβαρότητα, ευθύνη και προτάσεις, τέτοιου είδους παρεμβάσεις απλώς επιβεβαιώνουν το αυτονόητο. Χωρίς ουσία, ακόμη και η πιο έντονη ρητορική καταλήγει κενή περιεχομένου.
