Η σιωπή δεν είναι λύση όταν το “ρεπορτάζ” ξεφεύγει...
Καλημέρα φιλαράκια μου!
Διάβασα ένα άρθρο γνώμης και χάρηκα! Είναι αναμφίβολα ενδιαφέρουσα η πρόθεση να προσεγγιστεί θεωρητικά η σχέση διοίκησης και δημόσιου λόγου.. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω ότι, παρά την έκταση και τη διατύπωση των σκέψεων, το κείμενο τελικά αφήνει ένα κενό ουσίας. Κοινώς, δε μου έμεινε τίποτα...
Ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του φαίνεται να εξαντλείται σε μια γενική και αυτονόητη υπεράσπιση του δικαιώματος στο ρεπορτάζ. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το ρεπορτάζ αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατικής λειτουργίας. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει, αλλά πώς ασκείται και με ποια όρια ευθύνης.
Διότι δεν απαντάται ένα κρίσιμο ζήτημα: τι συμβαίνει όταν το ρεπορτάζ παύει να λειτουργεί ως εργαλείο ενημέρωσης και μετατρέπεται σε μηχανισμό συνεχούς πίεσης, σχεδόν «πυροβολαρχία» δημοσιευμάτων, με υπερβολές και μονομέρεια; Τι συμβαίνει όταν παρουσιάζονται στοιχεία, όπως φωτογραφίες, με εσφαλμένη χρονική αποτύπωση, δημιουργώντας εντυπώσεις που δεν ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα; Υπηρετεί αυτό το δημόσιο συμφέρον ή εξυπηρετεί άλλες σκοπιμότητες;
Επιπλέον, απουσιάζει οποιαδήποτε τοποθέτηση για το φαινόμενο της σύμπλευσης μέρους του λεγόμενου «ρεπορτάζ» με συγκεκριμένες αντιπολιτευτικές κατευθύνσεις. Όταν η ενημέρωση παύει να είναι ανεξάρτητη και μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης, τότε δεν έχουμε απλώς κριτική, αλλά αλλοίωση του ίδιου του ρόλου της δημοσιογραφίας.
Αντίστοιχα, δεν γίνεται καμία αναφορά στα όρια του δημόσιου λόγου. Είναι άραγε στοιχείο υγιούς δημοκρατίας η διακίνηση προσβλητικών απεικονίσεων και «καρικατούρων» μέσω σύγχρονων εργαλείων, που θίγουν πρόσωπα και οικογένειες, ιδίως σε μια μικρή κοινωνία; Είναι αυτό πολιτικός διάλογος ή διολίσθηση σε μια κουλτούρα απαξίωσης;
Αξίζει επίσης να τεθεί ένα πρακτικό ερώτημα: είναι πράγματι ένδειξη δυσλειτουργίας το γεγονός ότι μια διοίκηση απαντά; Ή μήπως, σε ένα περιβάλλον έντονης και συχνά άδικης κριτικής, η απάντηση καθίσταται αναγκαία για την αποκατάσταση της πραγματικότητας; Διότι η εναλλακτική θα ήταν η σιωπή και η σιωπή, ιδίως όταν διακινούνται ανακριβείς ή υπερβολικές αναφορές, δεν συνιστά ούτε διαφάνεια ούτε υπευθυνότητα.
Το ίδιο ισχύει και για την αποσπασματική παρουσίαση θεμάτων, όπως οι ώρες εργασίας του Δημάρχου, που μετατρέπονται σε αντικείμενο υπαινιγμών και άσχετων συνειρμών. Τέτοιες προσεγγίσεις δεν ενισχύουν τον δημόσιο διάλογο αλλά αντίθετα, τον αποπροσανατολίζουν.
Η κριτική, πράγματι, είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και πολύτιμη. Υπό μία βασική όμως προϋπόθεση: να ασκείται με τεκμηρίωση, μέτρο και καθαρή πρόθεση ενημέρωσης. Όχι ως μέσο εντυπωσιασμού, ούτε ως εργαλείο αύξησης της επισκεψιμότητας ή εξυπηρέτησης μικροπολιτικών επιδιώξεων.
Σε τελική ανάλυση, αυτό που έχει ανάγκη ο δημότης δεν είναι ούτε η αδιάκριτη υπεράσπιση της διοίκησης ούτε η άκριτη αποδόμησή της. Είναι η αξιόπιστη ενημέρωση, η ειλικρινής πρόθεση και ο στοιχειώδης σεβασμός στον δημόσιο χώρο. Εκεί ακριβώς κρίνεται η ποιότητα του λόγου όλων μας.
