Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!
Η χθεσινή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου για την έγκριση του Τεχνικού Προγράμματος και του Προϋπολογισμού του Δήμου Αργοστολίου για το 2026 ανέδειξε, με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο, μια διαχρονική παθογένεια της τοπικής πολιτικής σκηνής: την αδυναμία της αντιπολίτευσης να αρθρώσει ουσιαστικό, τεκμηριωμένο και ρεαλιστικό λόγο.
Από την έναρξη της διαδικασίας, η εικόνα ήταν σαφής. Η οικονομική υπηρεσία του Δήμου ήταν παρούσα, κατέθεσε αναλυτική εισήγηση και απάντησε διεξοδικά σε κάθε ερώτημα που τέθηκε. Στο στάδιο αυτό δεν καταγράφηκε καμία ουσιαστική εκκρεμότητα ή ασάφεια. Οι απαντήσεις δόθηκαν πλήρως και τεκμηριωμένα, γεγονός που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια παραγωγική πολιτική συζήτηση.
Ωστόσο, η συνέχεια διέψευσε κάθε προσδοκία. Κατά τις τοποθετήσεις των παρατάξεων της αντιπολίτευσης, η συζήτηση εκτράπηκε από την ουσία και διολίσθησε σε μια επαναλαμβανόμενη ρητορική άρνησης. Το σκηνικό θύμιζε περισσότερο άσκηση εντυπώσεων παρά υπεύθυνη πολιτική στάση. Επιχειρήματα που είχαν ήδη απαντηθεί επανέρχονταν, ενώ βασικές εξηγήσεις αγνοούνταν επιδεικτικά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η κριτική περί «έλλειψης κατανομής πόρων προς τα χωριά». Η ένσταση αυτή παραβλέπει ή επιλέγει να παραβλέψει τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζονται τα τεχνικά έργα, τα οποία εντάσσονται σε ευρύτερους, ενιαίους τίτλους, όπως οι στρατηγικές αναπλάσεις. Πρόκειται για έργα που αφορούν το σύνολο του Δήμου, συμπεριλαμβανομένων τόσο της πόλης του Αργοστολίου όσο και των τοπικών κοινοτήτων. Η τεχνική αυτή δεν επιτρέπει τεχνητό «κατακερματισμό» για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά εξυπηρετεί τη συνολική υλοποίηση παρεμβάσεων. Παρ’ όλα αυτά, η αντιπολίτευση επέμεινε σε μια προσχηματική ανάγνωση, ενισχύοντας την εντύπωση ότι προτεραιότητα δεν ήταν η κατανόηση, αλλά η δημιουργία εντυπώσεων.
Αντίστοιχα, το ζήτημα των απευθείας αναθέσεων επανήλθε με γνώριμη ένταση. Όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο συγκεκριμένη από την εκτόξευση λάσπης στον ανεμιστήρα. Οι απευθείας αναθέσεις αποτελούν εργαλείο που προβλέπεται από τη νομοθεσία, ακριβώς για να εξυπηρετούνται άμεσες και μικρής κλίμακας ανάγκες. Η απαίτηση για διαγωνιστικές διαδικασίες ακόμη και για στοιχειώδεις προμήθειες θα οδηγούσε πρακτικά σε παράλυση της διοικητικής λειτουργίας. Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε, η σημερινή δημοτική αρχή εφαρμόζει μια πιο δίκαιη πολιτική, κατανέμοντας τις σχετικές προμήθειες σε όλο το φάσμα των τοπικών επαγγελματιών, αντί για πρακτικές συγκέντρωσης που χαρακτήριζαν το παρελθόν.
Καίρια ήταν και η επισήμανση ότι η αντιπολίτευση εμφανίζεται να διεκδικεί ταυτόχρονα περισσότερες παροχές και μειώσεις τελών. Πρόκειται για μια αντίφαση που δύσκολα μπορεί να σταθεί σε οποιοδήποτε σοβαρό δημοσιονομικό πλαίσιο. Η ενίσχυση των δράσεων προϋποθέτει αυξημένους πόρους. Η άρνηση επιβολής νέων τελών περιορίζει αυτούς ακριβώς τους πόρους. Η πολιτική αυτή διγλωσσία δεν συνιστά εναλλακτική πρόταση, αλλά εύκολη ρητορική.
Ο προϋπολογισμός και το τεχνικό πρόγραμμα δεν είναι «εκθέσεις ιδεών». Είναι συγκεκριμένα οικονομικά εργαλεία που οφείλουν να ισορροπούν έσοδα και δαπάνες, να είναι εφαρμόσιμα και να πληρούν αυστηρά θεσμικά κριτήρια. Η αξιολόγηση του Δήμου από το Υπουργείο Εσωτερικών, με υψηλή βαθμολογία στα οικονομικά του στοιχεία, αποτελεί αντικειμενικό δείκτη της ορθής διαχείρισης. Ωστόσο, ακόμη και αυτό το δεδομένο φαίνεται να υποβαθμίζεται στον δημόσιο λόγο της αντιπολίτευσης.
Η κορύφωση της συζήτησης ήρθε όταν διατυπώθηκε ευθέως η άποψη ότι η στάση της αντιπολίτευσης δεν σχετίζεται με τις πολιτικές επιλογές, αλλά με μια συνολική άρνηση απέναντι στη δημοτική αρχή. Όταν κάθε πρωτοβουλία αντιμετωπίζεται εκ των προτέρων αρνητικά, ανεξαρτήτως περιεχομένου, τότε η πολιτική αντιπαράθεση χάνει το νόημά της και μετατρέπεται σε στείρα αντιπαλότητα.
Συνολικά, η συνεδρίαση ανέδειξε ένα σαφές συμπέρασμα: η αντιπολίτευση, αντί να συμβάλει δημιουργικά με ρεαλιστικές και κοστολογημένες προτάσεις, επιλέγει την οδό της εύκολης κριτικής, των ανέξοδων υποσχέσεων και της γενικόλογης αμφισβήτησης. Σε ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικοί περιορισμοί είναι δεδομένοι και οι ανάγκες αυξημένες, η στάση αυτή δεν ενισχύει τη λειτουργία του Δήμου, αντίθετα, την αποδυναμώνει.
Η τοπική αυτοδιοίκηση χρειάζεται αντιπολίτευση με τεκμηρίωση, συνέπεια και αίσθηση ευθύνης. Όχι αντιπολίτευση του «κοπανιστού αέρα».
