Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος: Κήρυγμα Κυριακής ΙΔ Λουκά

Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013 07:16

Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος: Κήρυγμα Κυριακής ΙΔ Λουκά

 

Peteinatos

Κήρυγμα εις το Ευαγγέλιον ΙΔ Κυριακής του Λουκά
Λουκά ιη΄ 35 – 43
ΣΟΥ ΜΙΛΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ .... ΑΚΟΥΣΕ ΤΟΝ

Στην άκρη του δρόμου, καθισμένος ο τυφλός, με το χέρι τεντωμένο, περίμενε τους ανθρώπους που διέθεταν μια τρυφερή καρδιά. Και την ημέρα εκείνη για την οποία κάνει λόγο το σημερινό Ευαγγέλιο, ήλθε κοντά του Εκείνος που είχε την πιο ευσπλαχνική καρδιά, ο Κύριος. Ήκουσε θόρυβο ο τυφλός. Ερώτησε και έμαθε ότι «Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται».

Χωρίς να χάση χρόνο έτρεξε προς το μέρος που θα περνούσε και συγχρόνως : «Εβόησε λέγων΄ Ιησού υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Ο Πολυεύσπλαχνος διέκοψε την πορεία του. Και στην ερώτησι : «Τι σοι θέλεις ποιήσω;» απαντά: «Κύριε, ίνα αναβλέψω». Και το θαύμα στην προσταγή του Κυρίου έγινε. «Παραχρήμα ανέβλεψε». Έτσι θα μπορούσε να πη ο Χριστός μας ότι: «Είμαι στην διάθεσίν σου».

Αυτός ο τόσο στοργικός λόγος του Σωτήρος Χριστού που απευθύνθηκε προς τον τυφλό της Ιεριχούς, απευθύνεται και στον καθένα μας. Δεν είμαστε ριγμένοι επάνω στη γη. Όχι. Δεν είναι η ύπαρξίς μας στα χέρια της «μοίρας και της τύχης», όπως ενόμιζαν και νομίζουν μέχρι σήμερα πολλοί ειδωλολάτραι και μερικοί Χριστιστιανοί. Οι οφθαλμοί του Παντοκράτορος βλέπουν με προστατευτική διάθεσι τον πτωχό και αδύνατο που ελπίζει σ΄αυτόν. Τα βλέφαρα του Κυρίου εξετάζουν και διακρίνουν «τους υιούς των ανθρώπων» (Ψαλ. ι΄4). Ο Χριστιανός δεν είναι ποτέ ορφανός. Έχει πάντοτε μαζί του τον ουράνιο Πατέρα. Σ΄αυτόν «τολμά» να ομιλή. Αυτόν επικαλείται με όλη τη δύναμι της καρδιάς του, όπως ο άλλος εκείνος τυφλός, ο Βαρτιμαίος που «εβόησεν» και «εκραξε» ζητώντας το έλεος του Υψίστου.

Ο κόσμος όσο και αν επρόκοψε, ο πολιτισμός όσο και αν προώδευσε, τα τεχνικά μέσα όσο και αν επολλαπλασιάσθησαν, ποτέ δε θα μπορέσουν να γεμίσουν τις καρδιές μας από ασφάλεια, εφ΄όσον θα λείπει η πίστις ότι ο Κύριος «επιβλέπει επί την γην». Αυτή η πραγματικότης είναι ένα κεφάλαιο ανεκτίμητο για τη ζωή μας. Με αυτή την πίστι όλα γύρω φωτίζονται, παίρνουν μια χαρούμενη όψι. Γλυκειά παρηγοριά, χύνεται τότε στην καρδιά. Ο πιστός αισθάνεται τη θεία μορφή του Ιησού Χριστού να εισχωρή παντού και να του λέγη: «Τί σοι θέλης ποιήσω;» Και η απάντησις η ιδική μας είναι: Κύριε λέγει ο ένας, κάποτε έβλεπα τα πρόσωπα του σπιτιού μου σαν αγγέλους, τα αγαπούσα, ήταν για μένα ανάπαυσις να γυρίσω στο σπίτι μου. Από τότε όμως που έπεσα στη λάσπη της αμαρτίας ετυφλώθηκα, δεν βλέπω όπως έβλεπα ... Κύριε θέλω να «αναβλέψω». Σου ζητώ να βγάλης όλα αυτά τα παραπετάσματα που μου κρύβουν την αληθινήν πραγματικότητα. Δός μου το «φως το αληθινόν» για να μπορέσω να διακρίνω τις σκιές που με εξαπατούν και με αφήνουν αδειανό.

Και άλλος λέγει: Κύριε, είμαι αποθαρρυμένος, απογοητευμένος, απαισιόδοξος και σου ζητώ να μου δώσης αυτό που μου λείπει: Το θάρρος. Ο δρόμος είναι τραχύς. Οι παγίδες τριγύρω πολλές. Ο κόσμος κακός, εγώ αδύνατος. Δός μου την πίστι ότι Σύ «νενίκηκας τον κόσμον», ότι Σύ συμπορεύεσαι μαζί μου.

Και τον τρίτον ερωτά: Σύ που είσαι απελπισμένος γιατί απέτυχαν τα όνειρά σου, τα σχέδια για τα παιδιά σου, οι προοπτικές για την οικογένειά σου, «τί σοι θέλεις ποιήσω;»
Θα μπορούσε κανείς να αυξήση τον κατάλογο και να αναφέρη τους αρρώστους σωματικά ή τους ψυχικά ασθενείς, τους ταλαιπωρημένους και βασανισμένους, όλους εκείνους που ποθούν τη συμπόνοια και τη στοργή και όσους λαχταρούν να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. Ακόμη και τους δυνατούς, τους πλουσίους, τους επιτυχημένους και τόσους άλλους. Σ΄ αυτούς ο Κύριος λέγει με την άπειρη καλωσύνη του: «Τι σοι θέλεις ποιήσω;»

Και αυτή η φωνή Του κρύβει τόση αγάπη! Και προς τους περιφρονημένους της γης και προς τους πιο βαρυφορτωμένους από πάθη και αδυναμίες και κακίες. Η αγάπη του Εσταυρωμένου Κυρίου τους περιλαμβάνει όλους. Αρκεί ο καθείς να κράξη, να κραυγάση προς τον Θεόν. Τότε ο Ιησούς έρχεται σαν αδελφός και σαν πατέρας. Πατέρας που θέλει τη διόρθωσι του παιδιού του, που παραμονεύει και καιροφυλακτεί, να διακρίνει τη μικρότερη καλή διάθεσι για να πιαστή και αρχίση πάλι το διάλογο μαζί του.

Σήμερα, αδελφοί μου, αποκαλύπτεται εμπρός μας ένα χέρι που μας προσφέρεται για στήριγμα, ας μη το περιφρονήσωμε. Ο λόγος του Θεού, η φωνή του Πατέρα μας, ζεστή, στοργική, πέφτει στα αυτιά μας «Τι σοι θέλεις ποιήσω;» Ας μη κωφεύσωμε. Ας μην πούμε: «Θεέ δεν σε έχω ανάγκη, τα έχω όλα ή Σύ τι μπορείς να κάνεις;» Ας πετάξωμε μακρυά τις αμφιβολίες και ας παραδοθούμε στο στοργικό ενδιαφέρον του πιο σοφού Πατέρα.

Αρχιμ. Σπυρίδων Πετεινάτος
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας



Φόρτωση…

Φόρτωση…